ἔμπειρος

ἔμπειρος, ον, ([etym.] πεῖρα)
A experienced or practised in a thing, acquainted with it, c. gen.,

τῆς θυσίης Hdt.2.49

;

τῶν χώρων Id.8.132

;

Βοιωτῶν Id.9.46

;

τῆς ἐκείνου διανοίης Id.8.97

;

κακῶν A.Pers.598

;

γάμων S. OC752

;

θαλάσσης Th.1.80

([comp] Sup.);

τοῦ ἀγωνίζεσθαι Antipho 5.7

; ὁ περὶ τῶν νόμων ἔ. Pl.Lg.632d; οἱ μάλιστα περὶ ταῦτα τῶν ἱερέων ἔ. Id.Ti.22a: abs., οἱ ἔ. the experienced, S.OT44, OC1135; experts, Pl.Lg. 765b; ναυσὶν ἐμπείροις for ships skilfully handled, Th.2.89; τὸ ἐμπειρότερον αὐτῶν their greater experience, ib.87.
II Adv. -ρως, τινὸς ἔχειν to know a person or thing by experience, by its issue, X.An.2.6.1, Antiph.3, etc.;

παιδεῦσαι D.59.18

;

διώκειν Aen.Tact.2.6

;

πόλεμον διενεγκεῖν Jul.Or.2.95a

: [comp] Comp.

-οτέρως Aeschin.1.82

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔμπειρος — experienced masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έμπειρος — η, ο (AM ἔμπειρος, ον) αυτός που έχει αποκτήσει πείρα σε τέχνη, επιστήμη κ.λπ. («έμπειρος γιατρός», «θαλάσσης ἐμπειρότατοί εἰσι», Θουκ.) αρχ. μσν. (το ουσ. ως ουδ.) τὸ ἔμπειρον η εμπειρία, η πείρα που έχει αποκτηθεί αρχ. 1. ο ειδικός, ο… …   Dictionary of Greek

  • έμπειρος — η, ο που έχει πείρα σε κάτι, που έχει μεγάλη πείρα, πεπειραμένος, εξασκημένος: Έμπειρος χειρουργός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • έμπειρος — [эмбкрос] εκ. опытный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἐμπειρότερον — ἔμπειρος experienced adverbial comp ἔμπειρος experienced masc acc comp sg ἔμπειρος experienced neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπειροτάτων — ἔμπειρος experienced fem gen superl pl ἔμπειρος experienced masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπειροτέρων — ἔμπειρος experienced fem gen comp pl ἔμπειρος experienced masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπειρότατα — ἔμπειρος experienced adverbial superl ἔμπειρος experienced neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπειρότατον — ἔμπειρος experienced masc acc superl sg ἔμπειρος experienced neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπείρω — ἔμπειρος experienced masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἔμπειρος experienced masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπείρως — ἔμπειρος experienced adverbial ἔμπειρος experienced masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.